Ερυθρά – RUB

Συγγενής ερυθρά

Ο ιός της Ερυθράς είναι ένας RNA ιός ο οποίος μεταδίδεται μέσω σταγονιδίων από άνθρωπο σε άνθρωπο. Είναι ύψηλης μεταδοτικότητας. Έχει περίοδο επώασης 14-21 ημέρες. Η μετάδοση υφίσταται ακόμα και 7 ημέρες μετά το χαρακτηριστικό εξάνθημα.

Η μητέρα παρουσιάζει ήπια ιογενή συμπτωματολογία με συμπτώματα όπως μυαλγία, ήπια πυρετική κίνηση, κνησμό, λεμφαδενοπάθεια.Τ συμπτώματα εμφανίζονται περίπου στο 50-75 % των περιπτώσεων.

Κίνδυνος προσβολής του εµβρύου υπάρχει σ’ όλη τη διάρκεια της κύησης , ενώ ο κίνδυνος είναι µεγαλύτερος σε συµπτωµατική νόσο της µητέρας σε σύγκριση µε την ασυµπτωµατική (37% έναντι 55%).

Συγγενείς διαµαρτίες εµφανίζονται σε λοίµωξη πριν την 11η εβδοµάδα, µε εξαίρεση τη νευρογενή βαρηκοΐα, που µπορεί να προκληθεί σε λοίµωξη µέχρι τη 16η εβδοµάδα, µέχρι την οποία το όργανο του Corti είναι ευάλωτο στον ιό.

Κλινικές εκδηλώσεις.

Η ενδοµήτρια λοίµωξη από τον ιό της ερυθράς µπορεί να προκαλέσει:

  1. Ενδοµήτριο θάνατο µε αποτέλεσµα αυτόµατη αποβολή ή τοκετό θνησιγενούς νεογνού.
  2. Ενδοµήτρια καθυστέρηση στην ανάπτυξη σε ποσοστό πάνω από 50%.
  3. Τοκετό ασυµπτωµατικού νεογνού. Σ΄ ένα σηµαντικό ποσοστό (68%) η λοίµωξη είναι ασυµπτωµατική στη νεογνική περίοδο και εκδηλώνεται σε άλλοτε άλλο χρονικό διάστηµα µέσα στα 5 πρώτα χρόνια της ζωής.

Συχνότητα κάθετης µετάδοσης ιού ερυθρά ανάλογα µε τη διάρκεια της κύησης (θετικές ορολογικές δοκιµασίες)

Ηλικία κύησης (εβδοµάδες) Συχνότητα κάθετης µετάδοσης (%)

<13                                                                         81

13-16                                                                     64

17-22                                                                     36

23-30                                                                      30

31-36                                                                     60

>36                                                                         100

Κλινική λοίµωξη.

Οι κλινικές εκδηλώσεις της συγγενούς ερυθράς ταξινοµούνται σε 3 οµάδες:

(1) παροδικές εκδηλώσεις στη νεογνική ή βρεφική ηλικία,.

(2) µόνιµες που µπορεί να υπάρχουν στη γέννηση ή να εµφανιστούν µέσα στον πρώτο χρόνο της ζωής, και

(3) σε αναπτυξιακές και καθυστερηµένες εκδηλώσεις.

  1. Παροδικές εκδηλώσεις. Περιλαµβάνουν τα κλινικά σηµεία της γενικευµένης νόσου, που είναι: Α) ηπατοσπληνοµεγαλία, ηπατίτιδα, ίκτερο, λεµφαδενοπάθεια, Β) αναιµία, θροµβοπενία, Γ) εξανθήµατα (πορφυρικά και σαν σταφιδόψωµο ή blueberry muffin) , Δ) εστιακές εντοπίσεις, όπως µηνιγγοεγκεφαλίτιδα, διάµεση πνευµονίτιδα, µυοσίτιδα, οστεΐτιδα µε χαρακτηριστικές διαυγαστικές εικόνες στις µεταφύσεις των µακρών οστών , Ε) διάµεση κερατίτιδα µε θολερότητες του κερατοειδή . Οι παροδικές εκδηλώσεις υποχωρούν σε λίγες ηµέρες ή εβδοµάδες.

 

  1. Μόνιµες εκδηλώσεις. Αυτές αφορούν διαταραχές του καρδιαγγειακού, των οφθαλµών, του κεντρικού νευρικού συστήµατος και της ακοής.
  2. Συγγενής καρδιοπάθεια υπάρχει σε ποσοστό µεγαλύτερο του 50% των παιδιών που προσβλήθηκαν τις πρώτες 8 εβδοµάδες της κύησης. Συχνότερες καρδιοπάθειες είναι ο ανοικτός αρτηριακός πόρος, η στένωση της πνευµονικής αρτηρίας και η στένωση της πνευµονικής βαλβίδας. Επίσης, µπορεί να εµφανιστούν στενώσεις στεφανιαίων, εγκεφαλικών, νεφρικών και περιφερικών αρτηριών.
  3. Από τις µόνιµες οφθαλµικές διαταραχές πιο συχνή είναι η µελαγχρωµατική χοριοαµφιβληστροειδίτιδα (εικόνα αλατοπιπέρου) και ο καταρράκτης που συχνά συνοδεύεται από µικροφθαλµία. Οι οφθαλµικές βλάβες µπορεί να είναι ετερόπλευρες ή αµφοτερόπλευρες.
  4. Από το ΚΝΣ συχνό εύρηµα του συνδρόµου είναι η µικροκεφαλία και η ψυχοκινητική καθυστέρηση.
  5. Νευρογενής βαρηκοΐα ή κώφωση εµφανίζεται στο 80% των προσβεβληµένων παιδιών και µπορεί να υπάρχει από τη γέννηση ή να εµφανιστεί αργότερα.

III. Καθυστερηµένες και αναπτυξιακές εκδηλώσεις. Αυτές αποδίδονται σε επίµονη λοίµωξη, αναζωπύρωση του ιού, αγγειακή ανεπάρκεια ή ανάπτυξη αυτοαντισωµάτων. Περιλαµβάνουν ενδοκρινοπάθειες (σακχα- ρώδη διαβήτη, υπερθυρεοειδισµό, υποθυρεοειδισµό, θυρεοειδίτιδα, κ.α), νευρογενή βαρηκοΐα ή κώφωση, οφθαλµικές διαταραχές (γλαύκωµα, κερατόκωνο, κ.α.), υπέρταση (λόγω στένωσης αορτής ή νεφρικών αρτη- ριών) και διαταραχές από το ΚΝΣ (νοητική υστέρηση, αυτισµός, διατα- ραχές συµπεριφοράς και εξελικτική θανατηφόρος πανεγκεφαλίτιδα).

Η διάγνωση βασίζεται στην ανίχνευση των ειδικών IgM αντισωµάτων και των επιπέδων των ειδικών IgG αντισωµάτων στη µητέρα και το παιδί.

Για την πρόληψη της νόσου εφαρµόζεται ο αντιερυθρικός εµβολιασµός όλων των παιδιών που γίνεται στην ηλικία των 15 µηνών και επαναλαµβάνεται τον 4ο-6ο χρόνο. Συνιστάται, ακόµη, εµβολιασµός όλων των επίνοσων γυναικών, τουλάχιστον 3 µήνες πριν τη σύλληψη. Σε τυχαίο εµβολιασµό της εγκύου δε συστήνεται διακοπή της κύησης, γιατί δεν έχει αναφερθεί συµπτωµατική λοίµωξη του βρέφους ή µόνιµα υπολείµµατα από τον ιό του εµβολίου. Ωστόσο, έχει αναφερθεί µετάδοση του ιού του εµβολίου στο κύηµα και αποβολή του από τις εκκρίσεις του βρέφους για 8 µήνες τουλάχιστον.

Leave a Comment